Τα πέντε Yamas

Ahiṁsāsatyāsteyabrahmacaryāparigrahā yamāḥ. Yoga Sutras 2.30

Κάπου μεταξύ 2ου αιώνα π.Χ. και 5ου αιώνα μ.Χ., ο μεγάλος σοφός Patanjali κατέγραψε τα Yoga Sutras. Το κείμενο αυτό αποτέλεσε βασική πηγή της Raja Yoga, αν και μορφές της Raja Yoga προϋπήρχαν του Patanjali, μέσα από μεγάλους σοφούς όπως ο Shukracharya. Η Raja Yoga πραγματεύεται τη νοητική διαχείριση και το πώς μπορούμε να κατευθύνουμε τον νου σε ανώτερες συνειδησιακές καταστάσεις. Το κείμενο είναι διατυπωμένο σε 196 αφορισμούς και περιγράφει με πολύ συμπυκνωμένο και περιεκτικό τρόπο την ανθρώπινη ψυχολογία, προσφέροντας ένα πρακτικό σύστημα πνευματικής ανάπτυξης.

Η Raja Yoga, όπως παρουσιάζεται από τον Patanjali, έχει 8 βαθμίδες, κάποιες από τις οποίες εξετάζουμε πιο έμπρακτα και μέσα σε μία τάξη γιόγκα. Η πρώτη και η δεύτερη ονομάζονται Yamas και Niyamas και αφορούν ποιότητες και κανόνες συμπεριφοράς που καλείται κάποιος να καλλιεργήσει στο πνευματικό μονοπάτι. Ακολουθεί η Asana (σταθερή και άνετη σωματική στάση), η Pranayama (διεύρυνση της πράνα με κύριο εργαλείο την αναπνοή), η Pratyahara (απόσυρση των αισθήσεων), η Dharana (συγκέντρωση), η Dhyana (διαλογισμός) και το Samadhi (υπερσυνειδητή εμπειρία).

Τα yamas λοιπόν είναι το πρώτο στάδιο σε αυτό το μονοπάτι. Αποτελούνται από 5 καθολικές αρχές ηθικής συμπεριφοράς που μας καθιστούν πιο αρμονικούς με τον κόσμο γύρω μας: Ahimsa (μη βία), Satya (φιλαλήθεια), Asteya (μη κλοπή), Brahmacharya (σωστή διαχείριση της ενέργειας) και Aparigraha (μη κτητικότητα). Όσο πιο βαθιά ριζώνουν αυτές οι αρετές, τόσο περισσότερο βοηθούν έναν ασκούμενο της γιόγκα να βιώσει τους καρπούς των μετέπειτα πρακτικών του. Αποτελούν μία εσωτερική και συναισθηματική δομή απαραίτητη για τη σωστή εξάσκηση πιο προχωρημένων τεχνικών.

Τα yamas αντιπροσωπεύουν τη θετική και πιο αγνή έκφραση της προσωπικότητας που έχουμε όλοι. Τον «καλύτερο άνθρωπο» που αναζητούμε μέσα από τις πρακτικές μας. Η εφαρμογή αυτών των αρχών δεν περιορίζεται στις πράξεις, αλλά επεκτείνεται στον λόγο, στις σκέψεις και στις πιο λεπτές ποιότητες με τις οποίες σχετιζόμαστε με τον κόσμο, με τους άλλους και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Και ξεκινά φυσικά από εμάς. Γιατί πόσες φορές γινόμαστε ανειλικρινείς ή βίαιοι με τον ίδιο μας τον εαυτό; Πόσο συχνά μπορεί να «κλέβουμε» από τον εαυτό μας μία ευκαιρία, ένα συναίσθημα, μία αλήθεια ή ένα υγιές σώμα; Η εξάσκηση των yamas μάς δίνει αρχικά το θάρρος και τη διάκριση να αναγνωρίσουμε αυτά τα ένστικτα και τις συμπεριφορές, όχι για να τα καταδικάσουμε, αλλά για να τα φωτίσουμε και σταδιακά να τα μεταμορφώσουμε.

Η Ahimsa, η μη βία, είναι το πρώτο και ίσως το πιο θεμελιώδες από τα yamas. Συνήθως αντιλαμβανόμαστε τη βία ως κάτι έντονο, φανερό και εξωτερικό. Ωστόσο, η γιόγκα μάς καλεί να παρατηρήσουμε και τις πιο λεπτές μορφές της: τον τρόπο με τον οποίο παραβιάζουμε τα όριά μας, αγνοούμε τις ανάγκες μας, απορρίπτουμε τα συναισθήματά μας, λειτουργούμε μέσα από υπερπροσπάθεια, εσωτερική πίεση ή διαρκή διάσπαση. Η βία δεν είναι πάντα κραυγαλέα· πολλές φορές εκδηλώνεται σαν μια σιωπηλά επιθετική στάση απέναντι στον εαυτό, σαν μια αδυναμία να σταθούμε με τρυφερότητα, υπομονή και σεβασμό σε αυτό που πραγματικά συμβαίνει μέσα μας. Πίσω από αυτές τις μορφές βίας συχνά βρίσκονται ο φόβος, η ενοχή, η αναξιότητα ή μια βαθύτερη αποσύνδεση από το κέντρο μας. Η Ahimsa λοιπόν δεν είναι απλώς το να μην πληγώνουμε. Είναι το να καλλιεργούμε έναν τρόπο ύπαρξης που δεν βασίζεται στη σύγκρουση, αλλά στη φροντίδα, στη λεπτότητα και στην εσωτερική μη-εχθρότητα.

Η Satya, η φιλαλήθεια, αφορά την ειλικρίνεια, όχι όμως με έναν σκληρό ή απόλυτο τρόπο. Δεν είναι μόνο το να λέει κανείς την αλήθεια, αλλά το να ζει σε μεγαλύτερη ευθυγράμμιση με αυτήν. Να υπάρχει συνοχή ανάμεσα σε αυτό που αισθάνεται, σε αυτό που βλέπει μέσα του και σε αυτό που τελικά εκφράζει προς τα έξω. Πολύ συχνά ο άνθρωπος δεν δυσκολεύεται μόνο να πει την αλήθεια· δυσκολεύεται πρώτα να τη δει. Κι αυτό γιατί η αλήθεια δεν λείπει απαραίτητα, αλλά συχνά καλύπτεται από τον θόρυβο, την αμηχανία, την άρνηση, την ανωριμότητα ή την έλλειψη εσωτερικής παρουσίας. Η Satya προϋποθέτει σιωπή, παρατήρηση και διάθεση να αντέξουμε αυτό που θα αποκαλυφθεί. Μας καλεί να αναρωτηθούμε αν η εξωτερική μας φωνή αντανακλά όντως την εσωτερική μας πραγματικότητα ή αν μιλάμε, δρούμε και σχετιζόμαστε μέσα από συνήθεια, φόβο ή ανάγκη προσαρμογής. Στο βαθύτερο επίπεδό της, η φιλαλήθεια είναι πράξη καθαρότητας. Δεν στοχεύει στην ωμή αποκάλυψη, αλλά σε μια αληθινή σχέση με τον εαυτό και τη ζωή.

Η Asteya, η μη κλοπή, ξεπερνά κατά πολύ τη στενή έννοια της υλικής αφαίρεσης. Μας φέρνει μπροστά στο ερώτημα: πού στερώ; Πού παίρνω κάτι που δεν μου ανήκει ή πού δεν σέβομαι αυτό που ανήκει στον άλλον ή στον ίδιο μου τον εαυτό; Μπορούμε να στερούμε από τον άλλον χρόνο, χώρο, ενέργεια, προσοχή, αναγνώριση ή αξιοπρέπεια. Μπορούμε όμως και να στερούμε από εμάς τους ίδιους την παρουσία, την υγεία, την αλήθεια, την ξεκούραση, τη φροντίδα ή την ευκαιρία να ζήσουμε με μεγαλύτερη πληρότητα. Η Asteya μάς βοηθά να δούμε ότι πολλές μορφές «κλοπής» ξεκινούν από μια βαθιά αίσθηση έλλειψης — από την πεποίθηση ότι δεν είμαστε αρκετοί, ότι δεν έχουμε αρκετά, ότι κάτι λείπει και πρέπει να το αρπάξουμε, να το ελέγξουμε ή να το κατακρατήσουμε. Η πρακτική όμως μάς μετακινεί σταδιακά από τον φόβο και την απουσία προς την εμπιστοσύνη και την αίσθηση πληρότητας. Όταν κάποιος νιώθει εσωτερικά πιο πλήρης, παύει να λειτουργεί αρπακτικά απέναντι στη ζωή. Μαθαίνει να σέβεται τα όρια, τη ροή, τον χώρο και την αξία των πάντων.

Η Brahmacharya είναι από τα yamas που συχνά παρερμηνεύονται ή διαβάζονται πολύ στενά. Σε μία ευρύτερη και πιο ουσιαστική προσέγγιση, αφορά τη σωστή διαχείριση της ενέργειας και το πού τελικά κατευθύνουμε την προσοχή, τη ζωτικότητα και τη δύναμή μας. Μας καλεί να αναρωτηθούμε: πού σκορπίζομαι; Πού καταναλώνω τον εαυτό μου άσκοπα; Πού ζω διασπασμένα, μηχανικά ή χωρίς κέντρο; Η Brahmacharya δεν ζητά μια καταπιεστική άρνηση της ζωής, αλλά μια πιο συνειδητή, καθαρή και ιερή σχέση με αυτήν. Ζητά να πάψουμε να διαχέουμε αδιάκριτα την ενέργειά μας σε αμέτρητα ερεθίσματα, παρορμήσεις και αποσπάσεις, και να αρχίσουμε να ζούμε με περισσότερη πρόθεση. Αφορά τη δυνατότητα να φέρνουμε ποιότητα, συνοχή, ιερότητα και σεβασμό ακόμη και στην πιο απλή, καθημερινή πράξη. Όταν η ενέργεια δεν σπαταλιέται άσκοπα, αλλά συγκεντρώνεται και κατευθύνεται με επίγνωση, τότε η ζωή αποκτά βάθος, σταθερότητα και εσωτερικό προσανατολισμό.

Η Aparigraha, η μη κτητικότητα, φωτίζει την τάση του νου να συσσωρεύει, να προσκολλάται και να βαραίνει. Συνήθως τη συνδέουμε με αντικείμενα ή υλικά αποκτήματα, όμως η συσσώρευση δεν είναι μόνο εξωτερική. Μπορεί να αφορά ρόλους, ταυτότητες, προσδοκίες, συνήθειες, ιστορίες που λέμε για τον εαυτό μας, παλιές πληγές, συναισθήματα, απαιτήσεις και ιδεολογίες. Η Aparigraha μάς διδάσκει να βλέπουμε πότε κρατάμε πράγματα που έχουν πάψει να είναι ζωντανά ή απαραίτητα, πότε προσθέτουμε περιττό βάρος και πότε δυσκολευόμαστε να μείνουμε απλά με αυτό που υπάρχει. Η μη κτητικότητα δεν σημαίνει αδιαφορία ούτε αποστέρηση. Σημαίνει να μπορούμε να ελαφραίνουμε αντί να βαραίνουμε, να αφήνουμε χώρο αντί να γεμίζουμε κάθε κενό, να ωριμάζουμε προς την απλότητα αντί προς τη συσσώρευση. Μέσα από αυτή την ποιότητα γεννιέται μια βαθύτερη εσωτερική ευρυχωρία, μέσα στην οποία ο άνθρωπος μπορεί να συναντήσει τη ζωή πιο άμεσα και αληθινά.

Φυσικά, η έμπνευση για να ακολουθήσει κανείς το μονοπάτι των yamas δεν επιβάλλεται και δεν προκύπτει ξαφνικά. Είναι πολύ δύσκολο από τη μία στιγμή στην άλλη να αποφασίσουμε ότι θα είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, μη κτητικοί, έντιμοι ή απόλυτα μη βίαιοι. Η εφαρμογή αυτών των αρχών είναι μία συνεχόμενη άσκηση και έχει πολλές στρώσεις. Η δύναμη έρχεται μέσα από την πρακτική της άσκησης, της αναπνοής, του διαλογισμού και της αδιάκοπης παρατήρησης. Όλα αυτά χρειάζεται να περάσουν από το σώμα, την εμπειρία και τη σιωπή. Μόνο όταν η διδασκαλία παύει να μένει στο θεωρητικό πλαίσιο και αγγίζει το βίωμα, μπορεί πραγματικά να μας αλλάξει. Έτσι εξαγνίζουμε σώμα και νου, ώστε η καλλιέργεια αυτών των ποιοτήτων να βγαίνει όλο και πιο φυσικά και αυθόρμητα. Καθώς το εσωτερικό περιβάλλον γίνεται πιο αγνό, γεννιέται και μία έμφυτη ανάγκη αυτό να αντανακλά προς όλες τις πτυχές και τις εκφράσεις μας.

Όσο καλύτερη λοιπόν είναι η σχέση μας με τον κόσμο — και, αλληλένδετα, με τον ίδιο μας τον εαυτό — όσο πιο πολύ έχουμε εκπαιδεύσει τον εαυτό μας μέσα από τα yamas, τόσο πιο ομαλά θα ακολουθήσουμε τα επόμενα βήματα προς τον διαλογισμό. Ο διαλογισμός μπορεί με τη σειρά του να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο συνδεόμαστε με τον κόσμο και με τον εαυτό μας. Με αυτόν τον τρόπο, όλα τα σκέλη της γιόγκα συνεργάζονται μεταξύ τους, καθοδηγώντας μας στο μονοπάτι της πνευματικής αναζήτησης.